Οι ανακριβείς ετικέτες στα είδη ένδυσης αποτελούν συστημικό πρόβλημα
Στα πλαίσια εκστρατείας ελέγχου «Joint Actions on Compliance of Products» (JACOP) 2025» που υποστηρίχθηκε από τη Γενική Διεύθυνση Εσωτερικής Αγοράς, Βιομηχανίας, Επιχειρηματικότητας και ΜΜΕ (DG GROW) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διενεργήθηκαν δειγματοληπτικοί έλεγχοι σε 11 κατηγορίες προϊόντων εκ των οποίων η μια αφορούσε τα είδη ένδυσης.
Δειγματοληψία
Η δειγματοληψία διενεργήθηκε από τις αρχές εποπτείας της αγοράς στην Κύπρο, τη Δανία, τη Φινλανδία, τη Γερμανία, την Ιταλία, τη Λιθουανία, τη Μάλτα και την Πορτογαλία, μέσω της αγόρας 104 ειδών από φυσικά καταστήματα και 28 ειδών μέσω διαδικτύου. Συγκεκριμένα ελέγχθηκαν 132 δείγματα (items) που περιλάμβαναν 44 μπλούζες/τοπ, 36 βρεφικά ενδύματα, 15 είδη αθλητικής ένδυσης, 12 ενδύματα ύπνου, 5 κασκόλ και 20 άλλους τύπους ενδυμάτων. Τα δείγματα είχαν σύνθεση από μαλλί, βαμβάκι και μείγματα ινών.
Ευρήματα
Οι δοκιμές, οι οποίες διενεργήθηκαν σε διαπιστευμένο εργαστήριο στην Ιταλία, έδειξαν ότι το ποσοστό μη συμμόρφωσης ανήλθε στο 46% για τις διαδικτυακές αγορές (συμπεριλαμβανομένων των ιστοτόπων των ίδιων των λιανοπωλητών) και στο 36% για τα είδη που αγοράστηκαν σε φυσικά καταστήματα. Πολλά προϊόντα, ιδίως εκείνα που εισάγονταν από χώρες εκτός ΕΕ/ΕΖΕΣ, στερούνταν βασικών πληροφοριών για τον κατασκευαστή, γεγονός που καθιστά δύσκολη την επιβολή της νομοθεσίας ή την ανάκληση των προϊόντων.
Από τον έλεγχο προέκυψε ότι στα 49 δείγματα (37%) οι ετικέτες δεν αντιστοιχούσαν στην πραγματική τους σύνθεση.
Διαπιστώθηκαν τρεις κύριοι τύποι μη συμμόρφωσης:
- Οι ινες αναγράφονταν σωστά στις ετικέτες, αλλά το ποσοστό τους δεν αντιστοιχούσε στην πραγματική σύνθεση.
- ορισμένα προϊόντα περιείχαν διαφορετικές και φθηνότερες ίνες από αυτές που εμφανίζονταν στις ετικέτες.
- σε ορισμένα προϊόντα, οι ίνες είχαν δηλωθεί ή ονομαστεί λανθασμένα.
Τα υψηλότερα ποσοστά μη συμμόρφωσης καταγράφηκαν στα κασκόλ, τις μπλούζες/τοπ και τα βρεφικά ενδύματα, με ποσοστά αποτυχίας 80%, 54% και 25% αντίστοιχα. Στα υπόλοιπα κατηγορίες που ελέγχθηκαν, τα ποσοστά αποτυχίας ήταν χαμηλότερα: αθλητική ένδυση 13%, ενδύματα ύπνου 16% και λοιπά είδη 40%.
Ως προς τη σύνθεση των ινών, τα δείγματα που έφεραν σήμανση για μείγμα φυσικών και τεχνητών ινών παρουσίασαν το υψηλότερο ποσοστό αποτυχίας (64%), ακολουθούμενα από τα δείγματα με σήμανση για μείγμα φυσικών ινών (46%). Τα δείγματα με σήμανση «100% ενιαία φυσική ίνα» παρουσίασαν ποσοστό αποτυχίας 15%.
Οι αρχές εποπτείας της αγοράς τόνισαν ότι αυτές οι περιπτώσεις μη συμμόρφωσης ενέχουν σημαντικούς οικονομικούς κινδύνους για τους καταναλωτές, υπονομεύουν τον θεμιτό ανταγωνισμό και δυσχεραίνουν την ανακύκλωση, καθώς αυτή απαιτεί την ακριβή αναγνώριση των ινών.
Διορθωτικά μέτρα
Οι αρχές εποπτείας της αγοράς διέταξαν τη διακοπή της πώλησης 18 προϊόντων. Οι κατασκευαστές δύο προϊόντων έλαβαν οδηγίες για τη λήψη διορθωτικών μέτρων, ενώ για άλλα δύο προϊόντα απαιτήθηκε η επανασήμανση. Για τρία προϊόντα, δόθηκε εντολή στους οικονομικούς φορείς να επισημάνουν τα είδη τους με τις κατάλληλες προειδοποιήσεις. Έως τις αρχές Μαρτίου 2026, βρίσκονταν σε εξέλιξη μέτρα για 24 προϊόντα.
Συνολικά 41 προϊόντα καταχωρίστηκαν στο Σύστημα Πληροφοριών και Επικοινωνίας για την Εποπτεία της Αγοράς (ICSMS) — την πλατφόρμα της ΕΕ που χρησιμοποιούν οι αρχές εποπτείας της αγοράς για την ανταλλαγή αποτελεσμάτων δοκιμών προϊόντων και διαπιστώσεων μη συμμόρφωσης, με στόχο τον συντονισμό της επιβολής της νομοθεσίας και την απομάκρυνση μη ασφαλών μη εδώδιμων προϊόντων από την αγορά.
Συστάσεις
Το υψηλό ποσοστό αποτυχίας υποδηλώνει ότι η εσφαλμένη σήμανση είναι διαδεδομένο φαινόμενο, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία της συνεχούς διενέργειας δοκιμών και την ανάγκη ενημέρωσης του κλάδου σχετικά με τις υποχρεώσεις σήμανσης.
Οι καταναλωτές κατά την αγορά ενδυμάτων θα πρέπει να είναι προσεκτικοί απέναντι σε πολύ χαμηλές τιμές ή προσφορές που φαίνονται υπερβολικά καλές για να είναι αληθινές, και να προτιμούν προϊόντα στα οποία αναγράφεται στην ετικέτα το όνομα, η διεύθυνση ή ο ιστότοπος του κατασκευαστή, που διασφαλίζουν τη λογοδοσία και την ιχνηλασιμότητα.
Οι εισαγωγείς, οι διανομείς και οι λιανοπωλητές οφείλουν να ελέγχουν εάν οι ετικέτες και οι ενδείξεις υπάρχουν σε όλα τα είδη. Τόσο οι επιχειρήσεις όσο και οι αρχές εποπτείας της αγοράς πρέπει να διασφαλίζουν τη διενέργεια αυστηρών δοκιμών στα τελικά ενδύματα και στα ρολά υφάσματος.
Η Vanessa Capurso, υπεύθυνη χάραξης πολιτικής στη Γενική Διεύθυνση Εσωτερικής Αγοράς, Βιομηχανίας, Επιχειρηματικότητας και ΜΜΕ (DG GROW) δήλωσε: «Οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις πρέπει να γνωρίζουν ότι οι ετικέτες στα ενδύματα που αγοράζουν αντικατοπτρίζουν την πραγματική σύνθεση των ινών των εν λόγω ενδυμάτων. Οι εκστρατείες εποπτείας της αγοράς συμβάλλουν στο να διασφαλιστεί ότι οι καταναλωτές λαμβάνουν αυτό για το οποίο πληρώνουν και προστατεύουν τις επιχειρήσεις από τον αθέμιτο ανταγωνισμό».
Περισσότερες πληροφορίες για την Ευρωπαϊκή Εποπτεία της Αγοράς: https://single-market-economy.ec.europa.eu/single-market/goods/building-blocks/market-surveillance_en
